Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Η γυναίκα μου είναι μια πόρνη

Ακροπατάει στις ευχές χειροκινούμενων
Κρύβει αισθήματα στη μέση του χειμώνα
Χορεύει στην παγίδα σε ανάσες ιδρωμένες
Αντιμιλά στης μοναξιάς τον ύπνο
Χαϊδεύει ανάσες, πονεμένα ματοφρύδια
Χρηματισμένα φρένα υπολήψιμα
Τραβάει κόκκινο στην ύπαρξή μου χρόνια
Σβήνει τον πόθο των αντρών που ξεψυχάνε
με ένα σφουγγάρι δέρματα
Δέχεται τα φιλιά των ξεχασμένων στο ρυθμό μιας στείρας εποχής
Αρχόμυθες σκιές την κουβεντιάζουν
Τα νήματα σεργιάνι κυνηγούν τις προσευχές
Η γυναίκα μου σε βρίζει όταν ξαπλώνει στο κρεβάτι
Ονειρεύεται μοναδικές υπάρξεις
Μαγεμένα σημαδάκια σε μια άυλη μορφή να πνίγουν το χαμόγελο του ήλιου
Η γυναίκα μου δεν είναι από κείνη την πλευρά του ποταμού
Κρύβει αγάπη στην καρδιά για τα χορτάρια
Μαξιλάρια κεντημένα δίνουν φως στην άγρια λαχτάρα της
Η γυναίκα μου κλειδώνει κάθε βράδυ στην ντουλάπα
τα κουμπιά που περισσεύουν στην αντρίκια σου πλευρά
Η γυναίκα μου παντρεύτηκε απόψε
Τα μαλλιά της παγωμένα βγάζαν φως στα θαμπωμένα ματογυάλια σου
Η πετσέτα της
Κάθε βράδυ σε στεγνώνω με κομμάτι της
Μην πεις λέξη
Η γυναίκα μου μια πόρνη ήταν.
Τιμημένη
.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Ένα...Ένα ίδιο


Είπα θ' αφήσω τα χαρτιά μου στη βροχή
να ρθει ο αγέρας να τους ψάλλει προσευχή
ο ήλιος να ζεστάνει το κορμί τους
κακογραμμένοι στίχοι στα αγκάθια να κρυφτούνε
να λιώσουνε στις άκρες μιας κόκκινης στέγης
απελπισμένα να φωνάζουν στη σιωπή των υπονόμων
Είπα θα βρούν την άκρη τα παιδιά μου
παλεύοντας με νύχια φαγωμένα και με δόντια χαλασμένα
θα βγουν μπροστά στην κοινωνία της υπόληψης
Είπα οι αγώνες δε θα τους χαλάσουν
θα βρουν την άκρη σαν επαναστάτες
ο δρόμος θα τους δείξει την πορεία
Είπα πολλά
Μια νύχτα χτύπησαν την πόρτα μου
Τα βρήκα ματωμένα στο κατώφλι
Η πεδιάδα μου τους φάνηκε βουνό
οι υπόνομοι γεμάτοι αρουραίους
το κόκκινο δεν ήτανε στις στέγες
κι η μαύρη αράχνη γέμισε ιστούς ανάμεσα σε ίσκιους και κακογραμμένους στίχους
Σωπάστε! τα διέταξα με τρόμο.
Σωπάστε! και βρήκατε το δρόμο ορειβάτες να γινήτε
Μια απόσταση τη διανύσατε.
Κι ας ήταν απ την πόρτα στο κατώφλι μου.

Just an other human being

Ξέφυγες στην άκρη του ονείρου
γέμισες με τρύπια δανεικά
τα χαλίκια βάρυναν τα ρούχα
που κρυφά τα έριχνες στις τσέπες
μην τύχει και χαθείς
Κομμένα ξόρκια
και ραμμένα σ άλλο πανωφόρι
άργησες να διώξεις τα μπαλώματα
το καινούριο δέρμα σου δεν είναι αρεστό
έκλεισες μια όμορφη σουίτα
σ' ένα ξεχασμένο πανηγύρι
και κρυφά σ ακούσαν να φωνάζεις
λόγια ματωμένα
Πάλι σκέφτεσαι τι λόγο θα μου βγάλεις στο σανδάλι μου πριν μπεις
κομματιάζεις μια αιτία
δύο χάρες
κι ένα γέλιο δανεικό
που συνάντησα στο δρόμο σε βαμμένα μέτωπα.
Μην ρωτάς
οι εξηγήσεις μου αστείες στη σκακιέρα σου
ένα ακόμη ον είμαι κι εγώ.

Μικρή φωνή, απόσπασμα στον ίσκιο σου


Ζήσαμε το είναι μας χωρίς περιστροφές
Δώσαμε στα χνώτα μια μεγάλη αυταπάτη
Κλείσαμε το γεια στην αγάπη
Ρίξαμε χώμα
Παγωμένα δάχτυλα
κομμάτια υπόληψης
ένα μπουκαλάκι νερό
και μια μεγάλη λακκούβα
χώρια η λάσπη
ο τοίχος στήνεται ελαφρύς
υπέροχος
ήχος στη δίεση και τρέμετε χαλίκια
ένας βράχος
δύο
τρεις
πέντε
μια άμαξα πέντε χιλιάρικα τη βόλτα
κόκκινα φωτάκια στο μπαλκόνι της θέλησης
ωθήσεις μετρημένες στην απόσταση
βλέπω μια όαση στη νύχτα των σκοπών σου
αποζήταγες
κούρευες τη μορφή της ικεσίας
χωρίς στερνοπατήματα θολά το χάδι σου
ρίξαμε την άμμο να σκεπάσει το νεκρό
πλύναμε τα χέρια στα νοσηρά μαρτύρια
σκύψαμε τα αυτιά μας
και κραυγάσαμε ιλαροί
Παπύρου χάσμα
Αδύναμες <προσ>θήκες
μελετητές στη <σ>χόλη καταπιάστηκαν
Προφέραμε μαζί τη λέξηΘ(α)ύμα
Γύρισα να κοιτάξω τη ματιά σου
Για σένα έγινε ο πόλεμος της Τροίας
Έλειπες
Ήσουν ταξίδι.

Πλήκτρων συνοδός


Στην άκρη της φλογισμένης ανάπαυσης
ένα κρανίο ονειρεύεται
σκιές οι αχτίδες πέφτουν στο ερημονήσι
συνθλίβονται
λιώνουν τα χνάρια που άφησε ο λόγος σου
φτιάχνουν παπούτσια
δύο πόδια
η άμμος χώνεται στα ακροδάχτυλα
φτιάχνουν δυο στήθη
ο λαιμός ενώνεται με το όνειρο
ισκιερά φτερά
τρύπες
μπαλώματα
ράψιμο
κόκκινη κλωστή διατρυπά το μυαλό
ενώνει σημεία
προχωράει στα μάτια
κοκκινίζουν με λύσσα
διατρυπά τα αυτιά
μάρτυρες
μάρτυρες
μάρτυρες
νήματα μπλεγμένα ξετρυπώνουν μια κόκκινη κουρούνα
πειθήνιο όργανο ελεγκτή
οι καρφίτσες ατενίζουν με υπέροχη μανία το σεντόνι σου
ανήκουστο να ζεις μες στις ανάσες
αποκάμνουν οι αχτίδες
οι βελόνες θα κεντήσουνε το τέλος
και η γλώσσα μου που χάθηκε στον όρμο σου
στάζει αναίμακτα
πικρό αλάτι που περίσσεψε
μη βρώσιμο.

Ακίνητος. Άκου

χαμόγελο που σκίζει
ουρανός που φοβάται
σίφουνας ψυχή κάτσε στην άκρη
γέλιο διαπερνά την τοιχόστρωτη αυλή του παραδείσου
απολίτιστες αγάπες στη σκιά του κορναρίσματος χωρίς ανάσα
αναμνήσεις
μία λέξη ιερή στο βωμό σου οπαδός των λατρειών
μία σκέψη χαμηλή ξεκινάει σκοτώνοντας ουσίες
ναρκωμένες συνειδήσεις δίχως έλεος διστάζουν να σου δώσουνε το αίμα
επιείκεια
πώς είπες;
καλυπτόμενη χωρίς αναπνοές ξεχύνεται στα ανοίγματα η τρέλα
πώς είπες;
τα νερά σου στον ορίζοντα δεν ζήτησαν μιαν όμορφη ιστορία
πώς είπες;
θάμπωσες και έγινα μια κάτασπρη κουρούνα
μίλησα με σήματα κουνώντας το κεφάλι
πώς είπες;
έριξα την πέτρα στη σκανδάλη να αποφύγω τα ρινίσματα που στούπωσες στην φλέβα ενός άδειου αερόστατου
πώς είπες;
κλειδωμένες στο υπόγειο, το έλεος και η αστραπή, συγχρονίζονται σε κάθε σου κομμάτι που ζητάει λάγνα ματωμένους ουρανίσκους
δεν είπα
η ματιά μου καίει την ίντριγκα που διώχνει ο συμβιβασμός
καίει τα σπλάχνα που γλιτώνουν στο σκοτάδι τα σκουπίδια μην περάσουνε ξανά στον τενεκέ
ζωγραφίζει αυταπάτες με αγγελικές μορφές
βαρβαρίζει τους ανέμους να ναι δίπλα της ξανά
και καλεί σαν μαινάδα να μου κόψει τα σκισμένα μου πανιά που φωσφορίζουν
οι ελλείψεις σου που χρόνια διατυπώνεις με μελέτη δε μ αγγίζουν
μόνο η άνοιξη που άφησε σταγόνα
φιαλίδιο
εκρήξεις
Χημείας τέλος οριζόντιο
Δώσε μου μια μάσκα, αγάπη μου
Εκείνη με το μωβ παραμύθι που σκάλωσε στη σερπατίνα.
Ευχαριστώ.


Πάρε τη λέξη μου. Κάντην προσάναμμα.

Το σκοινί μετριέται στα σύννεφα
χαροπαλεύει η μορφή στο πέρασμά της
κρίνει αγώνες χωρίς να χει ιστορία
μετράει ελπίδες που κόβουνε φωτιές ξεπερασμένες
χαρτιά, φθόγγοι και βράχια ξεπετάγονται στη νύχτα
ζωή στην άλλη τη ζωή μού ψιθυρίζει μία λέξη
καρφιά τριγύρω
ανάσα πνίγει την ανάσα
κορμός του δέντρου το κορμί
και το τσεκούρι περιμένει την ματιά μου
κόψε γερά τις ρίζες που κρατούνε
τα πλαστικά θρυμματισμένα στην οθόνη
τα άμορφα κρύσταλλα που στάζουνε αγάπη
το νοιάξιμο που ορίζει το ψυγείο
βρεγμένα αίματα στο βάθος του Διονύσου
ρίξε μου κι άλλη μια αγάπη να ανασάνω
παίξε σε μια χορδή την τρέλα μου στο μίσος
δώσε μου τρέξιμο με ανάπαυση στην θλίψη
τα πρόσωπα τσεκούρια
μαχαίρια όλες οι στιγμές που σ αντικρύζω
ξεπλένω με αίμα τη μορφή μου
συνεχίζω
δώσε μου μία τσεκουριά να γιάνω
πρόσφορο έδαφος στη μέση του χειμώνα
στο τζάκι να αναπαύομαι το βράδυ
και να ξεσπάσει μια φωτιά
από τη λάμψη των ματιών μου
Ωραίο κούτσουρο να γίνω για να ανάψεις!

Ήθελες έναν τίτλο στο τραπέζι σου


Οι αρνήσεις μας θυσία στο άπειρο
Η ψυχή μας ακόμη στην απόλαυση
ένα παπούτσι πεταμένο
δυο ρούχα κρεμασμένα στη ντουλάπα
ένα κεφάλι στην στάση του ξαπλωμένο όπως αναπαύεσαι στη στάχτη
Μύρισε την ανάσα του ξανθού κρανίου
είναι ζεστή στη φλόγα της ερήμου
βαθιά βήματα στην αγάπη
η ετικέτα που σου βάλανε δεν την αντέχεις
κρυμμένος ονειροβατείς
στην πίεση
Κοινωνική ματιά φοράς
μα τα γυαλιά σου εμποδίζουν την χροιά
αυθεντικού
Σε ομιλίες σπας
λυγίζεις οδοντογλυφίδες
σκίζεις χαρτάκια
κουρεύεις το λόγο σε αποτύπωμα ειρήνης
το τρέμουλό μας οδηγεί την νύστα σε καράβι αμφίβολο
η πορεία μας χαράχτηκε σαν από διάφανο λουλούδι στην άκρη του ματιού σου
θέλουμε ίσες πινελιές στο μπράτσο μας
να ακροζηλεύουμε την φυγή των αγγέλων
να πιάνουμε το χέρι στα κλεφτά όταν ο ήλιος αποσώνει τα λόγια του
λάμπεις
σχέδια στην άμμο στήνω
μιλάς
παραπατώ και αμύνομαι
ορίσαμε το είναι μας χωρίς περιστροφές
βγάλε τις λέξεις στο τραπέζι και μαγείρεψε
η τέχνη μας απόμεινε να στάζει υλικά
Κρύωσε η μάχη
πάγωσαν τα κράνη
τα δακρυγόνα μούχλιασαν
τα όπλα πήρανε μια βράση
Μη στέκεις ακίνητος, αγάπη μου
Σέρβιρέ με.

Παράκληση νυχτερινή

σπαρακτική χαρά στα όμορφα ασθενικά του μάτια
ένας τρελός
χορογραφία κύκνεια ψυχρή
τρεκλίζει στην πλατεία
τα σκούρα μαλλιά ανεμίζουν
φοβάται ο Αίολος
ακροπατήματα
πτωματοποιημένες συναρτήσεις του μυαλού
Λίγο φως στην πλατεία
Ο αναπτήρας καίει τα δάχτυλά του
καπνός αναγκαίος
η ματιά του με μισεί
θέλει να κρυφτεί
να μη μου δώσει την αλήθεια του
-μη γράφεις για μένα
το μολύβι πέφτει νεκρό στις πλάκες
-να γράφεις
για τα λασπωμένα πεζοδρόμια
για τις μύγες γύρω απ τα σκατά
για κηφήνες που σκοτώνουν τη βασίλισσα
για σκοτάδια που φωτίζουν νόμιμες ανάγκες
για ξίδια που δεν έχουν τελειωμό
για αμαρτίες που βαφτίζονται συνθήκες
Δεν απόσωσε το λόγο του
Μια λάμψη έσκισε τον αιθέρα
Έπεσε στα πόδια μου
με τα στρογγυλά του μάτια
να κοιτούν τα φαγωμένα μου παπούτσια
Μην ξύνεις άλλο το μολύβι
έγραφε το μέτωπό του
Μην περιμένεις την ανάγκη
Η βροχή θα με ξεπλύνει,
ψέλλισε χωρίς ντροπή το δέρμα του
Θα μεγαλώσω,
έδωσα υπόσχεση στο παγερό κορμί του
δύο λέξεις θα ακουστούν για σένα
ένα σπίρτο θα ανάψω στο όνομά σου
μια προσευχή
δε θα ακούσει κανείς
ένα μαχαίρι
δύο αιμάτινες σταγόνες
η θύμησή σου
Η βροχή συνεχίζει την καθαρτική της προσφορά
Πικραμένο κορμί
Η βροχή αναδύει τις αμαρτίες
Ο τρελός στοιχειώνει το μυαλό μου
Νυχτερινή παράκληση

Μην απορείς


Χάσαμε κάπου στα ανοιχτά μια λέξη
την βρήκε ένας ναυαγός πεπειραμένος
με ωραία κύματα ντυμένος
δοκίμασε το άκουσμά της πρώτα.
Σκληρή, στυφή, μούδιασμα σ όλο του το σώμα.
Την χάραξε στο βράχο
που κρυφά ξεπρόβαλε
για να ανασάνει από τον έρωτα
που χρόνια δέρνει το κορμί του
Θαύμασε το επίτευγμα
μοναδικός αυτός
κι η λέξη μας στο βράχο
Ο έρωτας την έσβησε τη λέξη
Τη χάραξε σε ένα σπασμένο δέντρο
γέλασε δυνατά να τον ακούσουν οι ουρανοί
μοναδικός αυτός
κι η λέξη μας στο δέντρο
Η λέξη ζέστανε τον κουρασμένο ναυαγό
και κάηκε στην πρώτη του ανάγκη.
Μανία κατατρώει τα στήθια του
τα σωθικά του καίγονται
αγρύπνια
χορός μέχρι να έρθει το ξημέρωμα
απόκαμε
Το κορμί του στο βράχο ακουμπισμένο
συλλογιέται τη λέξη μας
συλλογιέται στεριές,
μια όμορφη ζωή,
ευτυχία στον κόσμο,
ένα σπίτι,
μια γυναίκα,
παιδιά,
στις εικόνες του μπλέκονται
αράχνες,
πουλιά,
ένα κρύο χέρι
μια ζακέτα,
ένας χάρτης,
πολλοί συνειρμοί
βάσανο η λέξη μας
κι εσύ
απτόητος γυρνάς την πλάτη
εξήγηση οφείλουμε να δώσουμε
φως για να ανάψει το φανάρι
πήρες μαχαίρι στιλπνό
πήρα μολύβι χωρίς εαυτό
εκείνος τυραννιέται
εσύ γελάς
τα δόντια σου στηρίζονται ακόμη
εγώ μιλώ για κάτι ουτοπικό
τα βήματα μου θα χαθούν στην σκόνη
Η λέξη μας δεν έχει σημασία
Μια μέρα φτιάχτηκε από μας
μα τώρα κρύφτηκε χωρίς αξία
σε κάτι πετρωμένα σπήλαια
ιδανικά για έρωτες, παράνομους και φόνους.
Το μέρος της ορίστηκε
Κόπηκε η φωνή σου
Τα μάτια σου τυφλώθηκαν
Θυσία στο ναυαγό το σώμα σου
Προχώρησα και
τσάκισα τη λέξη μας
ναι, τη βρήκα
μην απορείς
μη θαυμάζεις
την έκαψα ξανά
την χάραξα στο νερό
την πέταξα στον κάδο
την χτύπησα ανελέητα
μη θυμώνεις
μη σκέφτεσαι φόρους
μισθούς
δάνεια
δες μόνο το επίτευγμά μου
Σκότωσα τη λέξη μας

Η θάλασσα που πνίγεται

Μπήκαν στην αίθουσα
Μια αράχνη περπατούσε υφαίνοντας
Λεκέδες στις κουρτίνες
Κομμένα τα χαλιά
Όλοι εκεί,
δε μέτρησα εσένα, Νίκο.
Ήρθαν με ιερό σκοπό, σοφό, συνταιριασμένο
Μετρητολόγοι από της γης τα μέρη.
Τα εργαλεία στρώθηκαν στην τράπεζα
Το σχέδιο και οι ερωτήσεις μας, αντάμα
Μέτρα εσύ και πες μου να κρατάω σημειώσεις
Πόσο κρατάει μια ηδονή πριν την πληγώσεις;
Πόσο ο κούφιος έρωτας που τρέμει σε ένα στρώμα;
Πόσοι εραστές χειραγωγούν τη μοναξιά και πόσοι γίνονται όργανά της;
Με σένα έχω τελειώσει
Ήρθε η σειρά εκείνου με το κόκκινο παλτό.
Πόσες πορείες οργανώθηκαν να καταστρέψουν τη συνείδηση;
Πόσες φιάλες δακρυγόνου καίνε το μυαλό;
Πόσα χτυπήματα μπορείς να δώσεις φορώντας το ένδυμα το παγερό;
Πόσες ζωές χαθήκανε χωρίς ο λόγος επανάστασης στα χείλια τους να φορεθεί;
Μην τρέμεις, ήρθε κι η σειρά σου
Πόσα κάγκελα περνούσε η σιωπή σου πριν πεθάνει;
Πόσες μέρες το κελί σου ήταν φωτεινό;
Πόσοι αυτοκτονηθήκανε και γέλαγες εσύ;
Πόσα βιβλία διαβάζεις την ημέρα;
Ακίνητος εσύ, μιλώ σε σένα με το μωβ λουλούδι, που δίχως έλεος κρέμασες στα μαλλιά της
Μέτρα πόσα αστέρια έχει ο ουρανός που σκοτώνεις κάθε μέρα στο κρεβάτι σου
Πόσα ξύλα υποδοχής στην κρύα σόμπα σου θα κάψει η αντοχή σου;
Πόσες ώρες ταξιδεύεις κάθε μέρα;
Πόσες σκέψεις τρυπάνε τους ήχους σου;
Απόκαμαν
Σοφοί ως ήτο
Κι εκείνη αλυχτούσε,
σαν την Εκάβη,
σαν μια μορφή που παραδέρνει μες στη νύχτα
σαν μία πόρνη που της κόπηκε ο μισθός
σαν μια ζητιάνα που σταμάτησε να παίρνει
σαν ένα άγαλμα που χόρευε ταγκό
σαν ένα κρύο πιάτο συνεδρίασης συνοδευμένο με πολλά μπαχαρικά, παραγγελία
Απάντηση ζητάω
για αίματα που ορίσαν οι μεγάλοι
για ψέματα που σκύψαν το κεφάλι
ωραία ασφάλεια στους ώμους τους κυρτούς
για αγάπες, όνειρα, ιδανικά που χάθηκαν από τον χάρτη που κρατούσα
μες στην παράνοια που ζούσα μου διέφευγαν
πόσα κορμιά θα σβήσει ο αγώνας
πόσα μυαλά θα κλείσουνε τα μάτια
πόσα στουπιά βουλώνουνε τα στόματα
πόσες καρδιές παγώνουν στην ανάγκη
πως η αλήθεια ξεπερνάει την αλήθεια της
σαν μία λέξη βγαίνει στον αγέρα
σα λάβαρο υψώνεται
και καίγεται σαν μεσαιωνική μαγεία.
Χτυπιέται από όλους
Οι πέτρες σχηματίζουνε το λόφο τους
Μόνο ξεχάσανε της γης τους κολασμένους, τους τρελούς
μόνο ξεχάσανε κατάδικους που μαρτυρούνε το όνομά της
μόνο ξεχάσανε τα σκονισμένα ρούχα εκείνων
που οι μηχανές τους βάλανε σημάδι
ποσότητα να βγάλουνε ταγμένοι
Εκείνοι
μόλις τα χέρια κουραστούνε των μεγάλων
μόλις η γλώσσα τους βγει κι αντικρίσει ουρανό
μόλις τα έντερα στο χώμα κυλιστούνε ανθρώπων όχι,
τέτοια λέξη δε θα χαράξει ετούτος ο γραφίτης
Θα έρθουν
οι πράξεις τους μνημείο μυστικό
κι εσύ μη στέκεσαι,
οι λέξεις μου παράνοια
πράξε ως θέλεις
μη ζητάς
προφητείες να ακούσεις
αριθμό του λαχνού
ανακούφισης χάπι
λύτρωση εαυτού
ιστορίες αγάπης κι ελπίδας
έρωτες που χαθήκαν
σ ένα δρόμο τυφλό
πονεμένες ματιές που ενωθήκαν στη μοίρα
ή ακόμη και κάτι, άλλο, πιο σκοτεινό
Μόνο ένα θα μάθεις
έναν τρόμο κενού.


Πέντε καρφιά και ένα βιολί αναζητούν καταφύγιο


 Η μουσική κολλάει στα χείλη
Πλημμύρα λέξεων στα αγριεμένα μάτια
Άλογος φόβος
Οι κατάρες κορέστηκαν
Χρόνια αντλούν το πόσιμο νερό σου
Αδιάκοπα βαφτίσια ξεβάψανε τα χνάρια τους
Αφορισμός
Συσπάσεις στον τοίχο
Σκόρπιες λέξεις διώχνουν το σκοτάδι
Λύγισα
Το χώμα προσφέρθηκε θυσία στα μάτια μου
Εσύ.
Ξεχασμένος στα πλαστά όνειρα σου.
Στα ποτά. Σε μια αγάπη αδειανή, σε ένα κρύο καπρίτσιο
Εγώ.
Περαστικές και μόνιμες υπάρξεις
Ψίθυροι στα ανυπότακτα μέλη
Γελοίες υποθέσεις
Οι συνειρμοί αδύναμοι υποχωρούν
Λόγος περί απουσίας
Πες μου μια ιστορία
Κάποτε θα πεθάνουμε όλοι
Ύπουλες αυταπάτες
Επιθυμία μνημοσύνου ανελέητη

Δέηση Υψηλή και Άμεμπτη

Το χέρι κατεβαίνει στο ύψος που επιτρέπεται.
Εκτείνει την παλάμη, μετράει τα λάθη, σκουπίζει το σπασμένο ποτήρι.
Το κόκκινο χέρι υψώνεται στα ανεπίτρεπτα μέρη.
Εκτείνει τους μαυρισμένους καρπούς, στραγγαλίζει ληγμένες φοβίες, παραστρατημένες ελπίδες, βρώμικα όνειρα, ύπουλες αυταπάτες.
Πόρνες της γυαλισμένης από έλαιον βοοτρεφούς κοινωνίας, ρίξτε τις κοφτερές σκιές σας στους πολυμαθείς επιβήτορες.
Η ανάσα σας ιδρώνει κάθε σιδερωμένο ρούχο, καίει την χόρταση του κούφιου ανέραστου δοσίλογου προσφέροντας στα νύχια σας την πληρωμένη ώρα εγωισμού.
Στην κραυγή σας κεραυνοί σωριάζονται αδύναμοι να μαρτυρήσουν έρωτα.
Η όψη σας, τρόμος και δέος στα χρηματισμένα μέτωπα, που ακούραστα μοχθούν για να γυαλίσουν το δέρμα τους.
Χτυπήματα στην πόρτα της ανυπακοής.
Χτυπήματα στην αδιάφθορη κοινωνία.
Χτυπήματα στον ήρωα της ημέρας.
Χτυπήματα στην ανύπαρκτη ένωση.
Χτυπήματα στην υποβοηθούμενη ενότητα.
Μη χτυπάτε άλλο.
Το κουφάρι θα κλείσει τα μάτια όταν οι μέλισσες πάψουν να γεννούν στην κοιλιά του.

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

ωραία ιστορία θα διηγηθώ στην πολυθρόνα.
για μια αράχνη που ο ιστός της ξεσκίστηκε
κι αυτή απόμεινε να τον κοιτά. Τον ράβει που και που, προσθέτει και μπαλώματα, από αυτά υπάρχουνε πολλά.Θα πω και μια άλλη ιστορία. Για έναν ίσκιο που πίστευε πως δε θα πεθάνει ποτέ. Και τα κατάφερε, μόνο στοιχειώθηκε και έμεινε σ εκείνη την ξερή κουφάλα του δέντρου μέσα στα κόκκινα μανιτάρια.
Μια ακόμη θα λεγα, μα πήρε ο ύπνος την φθαρμένη πολυθρόνα. Είπα να κάνω την καρδιά μου ένα σκοινί να φτάσει τη θάλασσά μου. Μα η πολυθρόνα, σας ξανάπα, αποκοιμήθηκε.
Έμεινα ακίνητος να κοιτώ τη φθορά. Μούδιασμα στα κάτω άκρα και στα κύτταρα που δεν θέλει κανείς να μπλέκονται. Περπάτησα μέχρι το μικρό βράχο που είναι γεμάτος μαύρα φύκια. Ύψωσα το μαχαίρι και το βύθισα στις τύψεις μου. Μα όπως όλες οι ιστορίες με καλό τέλος, ζήσανε αυτές καλά...

Ζ

Γνώρισα τη ζωή κι εκείνη μου είπε να σπάσω το τζάμι. Να πάρω μια πέτρα, να τη βάλω στο στόμα μου και να τη φτύσω στο παράθυρο.
Δεν υπάκουσα. Μάζεψα πέτρες κι έκανα ένα πέτρινο λουλούδι.
Γνώρισα ξανά τη ζωή. Μου είπε να πλημμυρίσω το σπίτι με κόκκινο νερό και καπνό από βαριά τσιγάρα.
Δεν υπάκουσα. Πήρα το κόκκινο νερό και το έκανα θυσία με θυμίαμα που ο καπνός να φτάνει στα ουράνια.
Σε περίεργους και έρημους δρόμους έψαχνα να βρω ξανά τη ζωή.
Την έψαξα στις πλάκες του πεζοδρομίου όταν τα πατήματα των περαστικών τις καλύπτουν με σκόνη.
Την έψαξα στα βράχια που σκάει η αγριεμένη θάλασσα την ώρα του μεσημεριανού ύπνου.
Την έψαξα στις ομιλίες, στις φωνές, στη σιωπή, στις κινήσεις, στις χειραψίες, στα δάκρυα, στο γέλιο.
Την έψαξα στο στοιχειό των ονείρων μου, στην αγάπη μου, στις ενοχές και στην αρρώστεια.
Πουθενά η ζωή.
Τότε ρώτησα. Ρώτησα εσένα. Μου 'πες.
Κι ύστερα έφυγες. Έτρεξα να σε πιάσω. Σε ρώτησα που πας.
Να βρω τη ζωή, μου απάντησες.
Κούνησα το κεντημένο μαντήλι. Έφυγα.
Στο δρόμο με βρήκε η ζωή.

Σφίξιμο στον αδένα που σε σκοτώνει.
Ένα βήμα πριν νοιώσεις το σκοτάδι να σε καλύπτει.
Η μνήμη σε διαλύει,
σου σπάει τα κόκαλα,
δε σ αφήνει να χαρείς το θάνατό σου.
Και αρχίζεις να θυμάσαι.
Γκρεμισμένα όνειρα στην θυσία της απόλαυσης.
Ενοχές, αγάπες και ψέμματα.
Στιγμές στο φακό της κρυμμένης ζωής.
Πρόσωπα που έρχονται ζητώντας απαιτητικά εσένα.
Πρόσωπα απαιτητικά που φεύγουν από σένα.
Απαιτείς κ εσύ λίγο χρόνο.
Λίγο χρόνο να μάθεις την μυρωδιά των λουλουδιών στο μισοσκόταδο.
Να μάθεις την γλώσσα που δε λέει ψέμματα.
Να μάθεις την ανάσα των χρόνων που γερνάνε χωρίς φθορά.
Να μάθεις να αντιστέκεσαι στο αντίο.
Δεν έχεις πολύ καιρό.
Σε λίγο πεθαίνεις.
Αν πνιγείς δε θα ναι η κουταλιά νερό,
ούτε το στραβοκατάπημα,
ούτε η ανάγκη να αναπνεύσεις,
ούτε η διάθεση για ομιλία.
Ούτε ακόμη ο κηπουρός που θέλει να οργώσει το αμπέλι σου
και να μην πάρει τους καρπούς.
Θα ναι εκείνο το σφίξιμο,
το στιγμιαίο.

Παρελθοκτόνος

Αιματοκύλισμα.
Άφονες στιγμές οδεύουν προς το Γολγοθά.
Ψύχος στη μνήμη και κομμάτιασμα.
Το σπάσιμο του πάγου δεν επιφέρει λύτρωση.
Διαγραφή από το μαυροπίνακα με ένα σπόγγο.
Σκόνες αιωρούνται ανυπέρβλητα.
Η δύναμη ορίζει την εκτέλεση.
Μόνο καρφιά στο πέρασμα του χρόνου.
Και πληγές. Όχι φόνος.

Λαχειοφόρος αυταπάτη

Έσκυψε. 
Μέτρησε ένα ένα τα αποθέματα σεβασμού.
Το μαύρο χέρι ενώθηκε με το μαύρο.
Η καταραμένη λέξη των "αθλίων" εισχώρησε στην εκούσια αντι-συνείδηση.
Βουβά πρόσωπα.

Αδηφάγα ελπίδα.
Αμείλικτος ο κεραυνός στα αδιέξοδα καθίσματα.
Ηλεκτρεγερτικές δυνάμεις παρίστανται αγαλμάτινες.
Η λήξη σκοτεινιάζει τα βλέμματα.
Συνενοχή στο θολωμένο εγώ δύο γενεών.
Η αποχώρηση βουλώνει το στόμα.
Το χαρτί αντιστέκεται. 

Ρίξτε το στα σκουπίδια.

Καρκινική απόχρωση

Φόνοι αδιερεύνητοι.
Σκοτάδι απλώνεται στην απομονωμένη ψυχή.
Μετρημένη αυτοπεποίθηση.
Σαρκασμός και γελοιοποίηση.
Το μηδέν κλείνει την πορεία του στην κόλαση.
Μικρά καρκινικά κύτταρα χορεύουν στην άβυσσο παρασύροντας τις σκιές.
Ανασήκωμα. Ορθοστασία και πικρή συμφωνία.
Αδυναμία παραίτησης στον κύκνειο όλεθρο.
Χέρι καρφωμένο στον κρόταφο.
Σιωπή στα μνημεία των ζωντανών.
Ένα κερί για σένα, αγάπη.

Επιθανάτια Τέρψη

Αδήριτη ανάσα του ψυχρού ακροβάτη
Ένα αλύγιστο βήμα στο αλειμμένο σκοινί
Πάταγος η λεκτική αδυναμία στο σκληρό μέτωπο
Χορδές υψώνουν την σημαία στις πορφυρές υδάτινες λάμψεις των τυφλών
Ένα όχι και εκτίναξη, αιώρημα και κρότος οστέινων δακτύλων.
Υπόκλιση.Το ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΚΡΑΝΙΟ φεύγει.

Η απάντηση στάλθηκε


Όνειρα, 
δυσοίωνη λέξη στην κοινωνική προσταγή.
Θάνατος απλώνεται περίεργα και υποτακτικά.
Ο φόβος δεν κυριαρχεί πλέον στο νεκρωμένο θνητό.
Αισιόδοξα Πτώματα του σφιγμένου εαυτού αυτοκτονούν στον τροχό της Αναγκαίας συνάρτησης.
Δύο μηδενικά ορίζουν το ψυχρό δύο.
Απουσία λογικού συμπεράσματος αναιρεί την βασική υπόθεση.
Σκοτεινές κινήσεις, ανείπωτες, κρυφά ειπωμένες, επαναφέρουν τον λήθαργο.
Αναπόφευκτη υποχρέωση της κομματιασμένης περιφρόνησης.
Σίχαμα, θα σε σκοτώσω.

Η ιδέα

Ένα καζάνι που βράζει στο παραμυθικό τοπίο της στατικότητας.
Το σπάσιμο του πάγου στα εθελούσια σώματα.
Οι κραυγές ανύπαρκτες, ηχογραφημένες στο στούντιο της υποταγής.
Προχώρα και σύρε το ματωμένο χαρτί στο γραφείο.
Η σφραγίδα βουλώνει τα στόματα.
Ο τρόμος της απόλυσης, στοιχειωμένες υποσχέσεις.
Η μορφή δεν βράζει πια, μόνο σφίγγεται.
Ελπίδες και αναστολές ξοφλήθηκαν.
Ιδανικοί πελάτες δουλοφάγων.
Ένα σύννεφο καπνού αιωρείται στη σκέψη του ανεμοστρόβιλου εαυτού.
Δεν υπάρχει καπνός. Μόνο ΦΩΤΙΑ.