Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τρώει τις κότες.

Οι αλλοδαποί είναι κάτι μικρά σκούρα ανθρωπάκια που περπατάνε με το ένα πόδι
κρέμονται στο δέντρο της διπλανής οικίας
και κατεβαίνουν μόνο για να ξεδιψάσουν
παρατηρούν τους τοίχους μόνο από μακριά
είναι άγρια θηρία
είναι κάτι άλλο
και
ΜΑΚΡΙΑ
είπε το Μέσον.
Ναι, είπα, συναινώ.
Να μείνω ήσυχη
τα βράδια να κοιμάμαι
τα μεσημέρια μου να μη φοβάμαι.
Κι εκείνα τα ανθρωπάκια φύγανε.
Κι έμεινα ήσυχη
Κι ήρθε ο γείτονας και μου βγαλε το μάτι
Κι ήρθε το αίμα του αδερφού και ζήτησε χρυσάφι
κι ήρθαν
ήρθαν, είπε το Μέσον
μικρά πολύ μικρά
χιλιάδες
πράσινα
γαλάζια
κίτρινα
πορτοκαλί
κόκκινα
κι όλα εκείνα τα χρώματα που ο ήλιος δεν τα γέννησε στη γη για τις φατρίες
κι ήρθαν, είπε το Μέσον.
Κάθησαν στην πόρτα σου και πήραν το ψωμί σου
το δέρμα σου
κι όλα τα κόκκαλά σου
κι εσύ
κι εσύ κοιτώντας τα ξανα
είδες πως μάτην συναινούσες στα παλιά
κανένα όμοιο με εκείνα τα ανθρωπάκια
και ξανάπες, συναινώ
συναινώ να μου πάρουν το ψωμί
να μου φύγει το αίμα
η σάρκα να τρυπώσει στο μεδούλι
κι η ζωή να ανταμώσει τον τρόμο
κι είπες συναινώ
και έκανες μια υπέροχη λέξη να φαντάζει αμαρτία
σκοτωμένα εμπόδια
διαλυμένα τα σπλάχνα
κι είπες συναινώ
και η γάτα καλή είναι για φάγωμα
κι είπες συναινώ
και ο σκύλος γιατί όχι, σου είπαν
κι είπες συναινώ
και ύστερα κάτι γέλια ακούστηκαν βραχνά
κάτι κρότοι
κάτι κριτς
κρατς
δεν ακούω, ούρλιαζες
πείτε μου πιο δυνατά
να συναινέσω
μα πώς δεν ακούς πια τον εαυτό σου;

Τα διαόλια άκομη γυρίζουν στο μυαλό
η αδυναμία να γράψω κάτι καλό είναι εμφανής

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Εκεί που σπάει η λέξη

και κάπως έτσι πέρασε εκείνη η μέρα
που τα κορμιά στάζαν ιδρώτα σε κάθε στάλα ενέσιμο υγρό.
και κάπως έτσι γύρισαν και κόπηκε το μάτι που προβλέπει τα μελλούμενα
αρνήθηκα να γείρω
να ζητήσω εξουσία στο κατώφλι σου
να ανταριάσει η φλόγα που τη μάζευες σαν χτες από τη στάχτη
κόβεις μια
δυο
τα κορμιά δεν γίναν πτώματα
ξαποσταίνουν στην άκρη του ονείρου
αποθηκευμένες αναστάσεις
μετανοημένες παραστάσεις
είδα τον κήπο σου
μερίμνησα να μάθω να φυτεύω
να δω τη σπορά να αγριεύει
να σπάει το χώμα
να γίνεται αυτό που δεν
διαρροές
μία
δύο
τα κορμιά γινήκαν μανιτάρια

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Αναζήτηση

αυτάρκεια
στην ηδονή
στη λαχτάρα
στο οριζόντιο κύμα που παφλάζει
δεν είναι κάθετο
μη σε τρομάζει
το μικρό σου εργαστήρι
κατρακυλά κατευθυνόμενο
βουβαμάρα
όπως λέμε βουβός αλλόγλωσσα
όπως κοιτάς μια απο κείνες τις μέρες
καλοζυγισμένες στην αντάρα της μιας
στο πλευρό της άλλης
στην ορθογραφία σου πάλι πέφτω
τρομάζω στα ύψη
ένα μου όχι
και ένα
από κείνο που δε νιώθεις
σαν μιλάω στον άνεμο για σένα
το αίμα σου δεν μ ενοχλεί σαν κοιτώ κατάματα τη σάρκα σου
περιττές λέξεις αναποδογυρίζουν τη ροπή
ανάσες λιγωμένες χτυπούν το κεφάλι σου
κομμάτια οριζόντια
οι στρογγυλές επιφάνειες ρίχνουν αλάτι στην περίμετρο
για να λειανθούν πονέσανε κι εκείνες, μη νομίζεις
δε βρήκα ακόμη τη λέξη να σε ορίσω, λυπημένη μου
μη νομίζεις θα βρεθούν οι αποστάσεις στα σημεία
αρκεί ο κύριος με το σμόκιν να φέρει το πιάτο κολλημένο στη γραβάτα
ριγωτές αντανακλάσεις
νομίζεις πως θα βγεις απ το τούνελ
δε γυρίζει το κενό
μη νομίζεις, πριονίδια στο σακάκι του θα φέρει για το γεύμα

δε βρίσκω στίχους και κολλάω στα διαόλια
κι αυτά πισωγυρίζουν
βαρέθηκαν να βλέπουν τη σκιά μου.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Άργησα. Νύχτωσε. Παραμεθόριος ματιά στα αμπέλια σου.

Ρίχνει η φωτιά το κατευόδιο στη στείρα λογική
Μου λέει να παίζω με τις λέξεις
να σβήνω την ανάσα μου
να κόβω το μαχαίρι
το χέρι να γεμίζει ανοιγμένες αυταπάτες
τα δύο σημεία που ορίζουν τον ορίζοντα
γνωρίζουν την χρυσή τομή της ωραιότητας
χέρια ενώνονται
τα καύσιμα
αυτά τα διαόλια
που βρέχουν το περίγραμμα σου και ανάβεις
γίνεσαι μια καταραμένη λιβελλούλα
και εκεί αναπαύεσαι
το δίχως άλλο νούφαρα θα μείνουν στης μυωπίας το ταξίδι
αινίγματα η φωτιά δε κουβεντιάζει
μαλλιά ριγμένα στην απόσταση της στάχτης
αινίγματα κοροϊδεμένα
στον κεραυνό σου χτύπησα μια φλέβα
ρίξε για λίγο εκείνο εκεί το βλέμμα
κι άσε τη λάθος κίνηση
να μείνει στη σκακιέρα.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Χειροκροτήστε. Επιτρέπεται.

Κουβάλας μια μορφή
βάζεις τα χαλίκια στο στόμα
η γαργάρα ισιώνει τον πονόλαιμο
κρύβεις την απάντηση στο στήθος
και στο δαγκωμένο στόμα
αγκυλώσεις βραχνές σε προστάζουν να λιώσεις τη μέρα στο χωνί του κρυφού κρεβατιού
ταφοσυνάξεις
καρφιά να λείπουν από πλανισμένα μέλη
χωρίς κορμί η αγάπη στέκεται
πόνος σε δυο οστά
και μια κουβέρτα καλύπτει τις αναπνοές που πνίγονται στο κουταλάκι του γλυκού
στοκαρισμένες κουβέντες
δυο λόγια
μη σέρνεις το σκουλήκι
χάνεται εν μιά νυκτί στα πόδια σου
εκείνες οι κουβέντες ξανά
μια απειλή
δυο απειλές
επαναστάτες του καιρού χαμογελάστε
το στόμα μου δε θα ματώσει άσκοπα
σφυρίξτε μου τη λήξη
να προφτάσω την αρχή σας
οι τοίχοι μου θα ηρεμήσουν πάλι
οι ηδονές δε θα κλειστούν στη νηνεμία σας
παλλόμενες θα τρέμουν στην ηχώ μου
σαν θα επιβάλλουν χάρτινα κοψίματα στα χέρια.