Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Η γυναίκα μου είναι μια πόρνη

Ακροπατά στης λησμονιάς την ανηφόρα
Κρύβει αισθήματα στη μέση του χειμώνα
Αντιμιλά στης μοναξιάς τον ύπνο
Χαϊδεύει ανάσες, ιδρωμένα προσωπεία
Τραβάει κόκκινο στην ύπαρξή μου χρόνια
Σβήνει τον πόθο των πολύχρωμων αντρών 

Δέχεται τα φιλιά των ξεχασμένων
Αρχόμυθες σκιές την κουβεντιάζουν
Τα νήματα σεργιάνι κυνηγούν τις προσευχές
Η γυναίκα μου με βρίζει όταν ξαπλώνει στο κρεβάτι
Ονειρεύεται μοναδικές υπάρξεις
Μαγεμένα σημαδάκια σε μια άυλη μορφή να πνίγουν το χαμόγελο του ήλιου
Η γυναίκα μου δεν είναι από κείνη την πλευρά του ποταμού
Κρύβει αγάπη στην καρδιά για τα χορτάρια
Μαξιλάρια κεντημένα δίνουν φως στην άγρια λαχτάρα της
Η γυναίκα μου κλειδώνει κάθε βράδυ στην ντουλάπα
τα κουμπιά που ξεκουμπώνουν την αντρίκια μου πλευρά
Η γυναίκα μου παντρεύτηκε απόψε
Τα μαλλιά της παγωμένα βγάζαν φως στα θαμπωμένα ματογυάλια μου

Η γυναίκα μου
Μην πεις μια λέξη
Η γυναίκα μου μια πόρνη ήταν.
Τιμημένη
.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ένα...Ένα ίδιο


Είπα θ' αφήσω τα χαρτιά μου στη βροχή
να ρθει ο αγέρας να τους ψάλλει προσευχή
ο ήλιος να ζεστάνει το κορμί τους
κακογραμμένοι στίχοι στα αγκάθια να κρυφτούνε
να λιώσουνε στις άκρες μιας κόκκινης στέγης
απελπισμένα να φωνάζουν στη σιωπή των υπονόμων
Είπα θα βρούν την άκρη τα παιδιά μου
παλεύοντας με νύχια φαγωμένα και με δόντια χαλασμένα
θα βγουν μπροστά στην κοινωνία της υπόληψης
Είπα οι αγώνες δε θα τους χαλάσουν
θα βρουν την άκρη σαν επαναστάτες
ο δρόμος θα τους δείξει την πορεία
Είπα πολλά
Μια νύχτα χτύπησαν την πόρτα μου
Τα βρήκα ματωμένα στο κατώφλι
Η πεδιάδα μου τους φάνηκε βουνό
οι υπόνομοι γεμάτοι αρουραίους
το κόκκινο δεν ήτανε στις στέγες
κι η μαύρη αράχνη γέμισε ιστούς ανάμεσα σε ίσκιους και κακογραμμένους στίχους
Σωπάστε! τα διέταξα με τρόμο.
Σωπάστε! και βρήκατε το δρόμο ορειβάτες να γινήτε
Μια απόσταση τη διανύσατε.
Κι ας ήταν απ την πόρτα στο κατώφλι μου.

Just an other human being

Ξέφυγες στην άκρη του ονείρου
γέμισες με τρύπια δανεικά
τα χαλίκια βάρυναν τα ρούχα
που κρυφά τα έριχνες στις τσέπες
μην τύχει και χαθείς
Κομμένα ξόρκια
και ραμμένα σ άλλο πανωφόρι
άργησες να διώξεις τα μπαλώματα
το καινούριο δέρμα σου δεν είναι αρεστό
έκλεισες μια όμορφη σουίτα
σ' ένα ξεχασμένο πανηγύρι
και κρυφά σ ακούσαν να φωνάζεις
λόγια ματωμένα
Πάλι σκέφτεσαι τι λόγο θα μου βγάλεις στο σανδάλι μου πριν μπεις
κομματιάζεις μια αιτία
δύο χάρες
κι ένα γέλιο δανεικό
που συνάντησα στο δρόμο σε βαμμένα μέτωπα.
Μην ρωτάς
οι εξηγήσεις μου αστείες στη σκακιέρα σου
ένα ακόμη ον είμαι κι εγώ.

Μικρή φωνή, απόσπασμα στον ίσκιο σου


Ζήσαμε το είναι μας χωρίς περιστροφές
Δώσαμε στα χνώτα μια μεγάλη αυταπάτη
Κλείσαμε το γεια στην αγάπη
Ρίξαμε χώμα
Παγωμένα δάχτυλα
κομμάτια υπόληψης
ένα μπουκαλάκι νερό
και μια μεγάλη λακκούβα
χώρια η λάσπη
ο τοίχος στήνεται ελαφρύς
υπέροχος
ήχος στη δίεση και τρέμετε χαλίκια
ένας βράχος
δύο
τρεις
πέντε
μια άμαξα πέντε χιλιάρικα τη βόλτα
κόκκινα φωτάκια στο μπαλκόνι της θέλησης
ωθήσεις μετρημένες στην απόσταση
βλέπω μια όαση στη νύχτα των σκοπών σου
αποζήταγες
κούρευες τη μορφή της ικεσίας
χωρίς στερνοπατήματα θολά το χάδι σου
ρίξαμε την άμμο να σκεπάσει το νεκρό
πλύναμε τα χέρια στα νοσηρά μαρτύρια
σκύψαμε τα αυτιά μας
και κραυγάσαμε ιλαροί
Παπύρου χάσμα
Αδύναμες <προσ>θήκες
μελετητές στη <σ>χόλη καταπιάστηκαν
Προφέραμε μαζί τη λέξηΘ(α)ύμα
Γύρισα να κοιτάξω τη ματιά σου
Για σένα έγινε ο πόλεμος της Τροίας
Έλειπες
Ήσουν ταξίδι.

Πλήκτρων συνοδός


Στην άκρη της φλογισμένης ανάπαυσης
ένα κρανίο ονειρεύεται
σκιές οι αχτίδες πέφτουν στο ερημονήσι
συνθλίβονται
λιώνουν τα χνάρια που άφησε ο λόγος σου
φτιάχνουν παπούτσια
δύο πόδια
η άμμος χώνεται στα ακροδάχτυλα
φτιάχνουν δυο στήθη
ο λαιμός ενώνεται με το όνειρο
ισκιερά φτερά
τρύπες
μπαλώματα
ράψιμο
κόκκινη κλωστή διατρυπά το μυαλό
ενώνει σημεία
προχωράει στα μάτια
κοκκινίζουν με λύσσα
διατρυπά τα αυτιά
μάρτυρες
μάρτυρες
μάρτυρες
νήματα μπλεγμένα ξετρυπώνουν μια κόκκινη κουρούνα
πειθήνιο όργανο ελεγκτή
οι καρφίτσες ατενίζουν με υπέροχη μανία το σεντόνι σου
ανήκουστο να ζεις μες στις ανάσες
αποκάμνουν οι αχτίδες
οι βελόνες θα κεντήσουνε το τέλος
και η γλώσσα μου που χάθηκε στον όρμο σου
στάζει αναίμακτα
πικρό αλάτι που περίσσεψε
μη βρώσιμο.

Ακίνητος. Άκου

χαμόγελο που σκίζει
ουρανός που φοβάται
σίφουνας ψυχή κάτσε στην άκρη
γέλιο διαπερνά την τοιχόστρωτη αυλή του παραδείσου
απολίτιστες αγάπες στη σκιά του κορναρίσματος χωρίς ανάσα
αναμνήσεις
μία λέξη ιερή στο βωμό σου οπαδός των λατρειών
μία σκέψη χαμηλή ξεκινάει σκοτώνοντας ουσίες
ναρκωμένες συνειδήσεις δίχως έλεος διστάζουν να σου δώσουνε το αίμα
επιείκεια
πώς είπες;
καλυπτόμενη χωρίς αναπνοές ξεχύνεται στα ανοίγματα η τρέλα
πώς είπες;
τα νερά σου στον ορίζοντα δεν ζήτησαν μιαν όμορφη ιστορία
πώς είπες;
θάμπωσες και έγινα μια κάτασπρη κουρούνα
μίλησα με σήματα κουνώντας το κεφάλι
πώς είπες;
έριξα την πέτρα στη σκανδάλη να αποφύγω τα ρινίσματα που στούπωσες στην φλέβα ενός άδειου αερόστατου
πώς είπες;
κλειδωμένες στο υπόγειο, το έλεος και η αστραπή, συγχρονίζονται σε κάθε σου κομμάτι που ζητάει λάγνα ματωμένους ουρανίσκους
δεν είπα
η ματιά μου καίει την ίντριγκα που διώχνει ο συμβιβασμός
καίει τα σπλάχνα που γλιτώνουν στο σκοτάδι τα σκουπίδια μην περάσουνε ξανά στον τενεκέ
ζωγραφίζει αυταπάτες με αγγελικές μορφές
βαρβαρίζει τους ανέμους να ναι δίπλα της ξανά
και καλεί σαν μαινάδα να μου κόψει τα σκισμένα μου πανιά που φωσφορίζουν
οι ελλείψεις σου που χρόνια διατυπώνεις με μελέτη δε μ αγγίζουν
μόνο η άνοιξη που άφησε σταγόνα
φιαλίδιο
εκρήξεις
Χημείας τέλος οριζόντιο
Δώσε μου μια μάσκα, αγάπη μου
Εκείνη με το μωβ παραμύθι που σκάλωσε στη σερπατίνα.
Ευχαριστώ.


Πάρε τη λέξη μου. Κάντην προσάναμμα.

Το σκοινί μετριέται στα σύννεφα
χαροπαλεύει η μορφή στο πέρασμά της
κρίνει αγώνες χωρίς να χει ιστορία
μετράει ελπίδες που κόβουνε φωτιές ξεπερασμένες
χαρτιά, φθόγγοι και βράχια ξεπετάγονται στη νύχτα
ζωή στην άλλη τη ζωή μού ψιθυρίζει μία λέξη
καρφιά τριγύρω
ανάσα πνίγει την ανάσα
κορμός του δέντρου το κορμί
και το τσεκούρι περιμένει την ματιά μου
κόψε γερά τις ρίζες που κρατούνε
τα πλαστικά θρυμματισμένα στην οθόνη
τα άμορφα κρύσταλλα που στάζουνε αγάπη
το νοιάξιμο που ορίζει το ψυγείο
βρεγμένα αίματα στο βάθος του Διονύσου
ρίξε μου κι άλλη μια αγάπη να ανασάνω
παίξε σε μια χορδή την τρέλα μου στο μίσος
δώσε μου τρέξιμο με ανάπαυση στην θλίψη
τα πρόσωπα τσεκούρια
μαχαίρια όλες οι στιγμές που σ αντικρύζω
ξεπλένω με αίμα τη μορφή μου
συνεχίζω
δώσε μου μία τσεκουριά να γιάνω
πρόσφορο έδαφος στη μέση του χειμώνα
στο τζάκι να αναπαύομαι το βράδυ
και να ξεσπάσει μια φωτιά
από τη λάμψη των ματιών μου
Ωραίο κούτσουρο να γίνω για να ανάψεις!